ΤΟ ΜΑΞΙΛΑΡΙ
«…Το βράδυ άγγιξα με σεβασμό το μαξιλάρι σου. Δεν είναι πια ένα μαξιλάρι αυτό για μένα. Είναι το σύμβολο που συγκεντρώνει όλα τα ίχνη που άφησες περνώντας για λίγο απ’ τη γη. Κι ευχήθηκα: Να ’ταν τα ίχνη που θ’ αφήσω σα φύγω κι εγώ τέτοια που θα γίνουν για κάποιους δρόμοι φωτεινοί!…»
(Από την παρουσίαση του εκδότη)
-Όχι, όχι δε θέλω. Δε χρειάζεται.
Η κουνιάδα μου επέμενε.
-Μα σου λέω, δε χρειάζεται. Δε φοβάμαι.
-Ας μη φοβάσαι. Έτσι για συντροφιά. Θα κοιμηθώ εδώ, στο μαξιλάρι του αδερφούλη μου.
Ρίχνει το κεφάλι της πάνω στο μαξιλάρι κι αρχίζει να το μουσκεύει με δάκρυα.
Αχ θα το λερώσει και δε θέλω. Είναι η μαξιλαροθήκη που κοιμήθηκες την τελευταία φορά. Έχει πάνω της ακόμα τη μυρωδιά σου. Δεν θα τη βγάλω αυτή τη μαξιλαροθήκη ποτέ.
Χτες, πρώτο βράδυ μετά την κηδεία, μ’ είχανε πιέσει πολύ για να κοιμηθεί κάποια πλάι μου.
Έκανα αγώνα για να τις διώξω. Οι κόρες μας το ζητούσανε κι οι δύο μαζί. Οι κουνιάδες μου η καθεμιά χωριστά.
Έσβησα το φως αργά. Σαν όλο το σπίτι ησύχασε, γύρισα δεξιά. Έτσι πάντα κοιμόμαστε. Τον πρώτο καιρό ένιωθες άσχημα που μου γύριζες την πλάτη.
-Κι εμένα με βολεύει, σούλεγα.
Ήξερα πως δεν μπορείς να πλακώνεις την καρδιά σου μετά το έμφραγμα.
Όποιος μας δει να κοιμόμαστε έτσι, συλλογιόμουν, εσύ να κοιτάς το παράθυρο κι εγώ την πλάτη σου σίγουρα θα πει: Πάει, έσβησε ο έρωτας.
Ο έρωτα υπάρχει, θα τους απαντούσα, εκεί που είναι δυο. Σαν οι δυο έχουνε γίνει ένα, που να χωρέσει ο έρωτας. Μπορείς να ερωτευθείς το μισό σου σώμα, το μισό σου πρόσωπο! Σα μπει όμως μια αγκίθα στο χέρι του, πονάς σα νάναι στο δικό σου. Κι όταν εκείνος κάνει μπάνιο νιώθεις ξανάλαφρη λες και μόλις εσύ μπανιαρίστηκες. Αν δεις πως διψάει, νιώθεις την κάψα στο στόμα σου. Κι όταν πίνει νερό, αμέσως δροσίζεσαι. […]
(Απόσπασμα από το περιεχόμενο του βιβλίου ΤΟ ΜΑΞΙΛΑΡΙ)



