ΤΟ ΤΑΜΑ
Στερνή ελπίδα
Ο συγγραφέας αυτού του μυθιστορήματος, περπατώντας πριν 15 χρόνια στα μονοπάτια του Αγίου Όρους σαν επισκέπτης προσκυνητής, βρήκε από μια παράξενη σύμπτωση και τύχη μαζί μέσα σε μια κρύπτη ενός έρημου Κελλιού την αυτοβιογραφία ενός άγνωστου μοναχού, μέσα σ’ ένα τετράδιο που η ιστορία του τον συγκλόνισε.
Ήταν από αυτές τις ιστορίες της κατοχής των Γερμανών του 1941-44. Οι γερμανοί σκότωσαν τη γυναίκα του κι αυτός στημένος στο εκτελεστικό απόσπασμα γλίτωσε από ένα θαύμα, τάζοντας στο Θεό, αν γλιτώσει να γίνει μοναχός και να πεθάνει με το ράσο. Τώρα καταζητούμενος από τους Γερμανούς έπρεπε να χαθούν τα ίχνη του. Ταλαιπωρημένος φυγάς, ύστερα από μια μεγάλη περιπέτεια έφτασε στο Άγιο Όρος και μόνασε σ’ ένα από τα μοναστήρια του. Όμως, όλα αυτά τα έκανε χωρίς να σκεφθεί ότι άφηνε το εφτάχρονο παιδί του έρημο και μοναχό του στη ζωή. Πληγωμένος από αυτό το κακό και τον μεγάλο πόνο, προσπαθούσε με την συνεχή προσευχή και την ελπίδα του στο Θεό να γίνει έλεος και μια μέρα να βρει το παιδί του για να του ζητήσει τη συγνώμη και να πάρει τη συγχώρεση, για να πεθάνει σαν ένας τίμιος πατέρας και καλός χριστιανός.
Συγκλονιστικές στιγμές, παράξενες περιπέτειες και συμπτώσεις στην πορεία της μοναχικής ζωής του, είναι πρωτόγνωρες για τον αναγνώστη. Άραγε βρήκε το παιδί του, το αντάμωσε;…
(Από την παρουσίαση του εκδότη)
Τώρα πια με τα παράθυρα και τις πόρτες ορθάνοιχτες, έρημο κελλί, η αυγή δεν περιμένει. . . τώρα μπαίνει μέσα ανενόχλητα. Όμως δε βρίσκει τους μοναχούς γονατιστούς με το κομποσχοίνι στο χέρι να προσεύχονται. Μόνο πάνω στους τοίχους και στον τρούλο σου, σιωπηλό παρεκκλήσι, δείχνει πως το φεγγάρι είχε αφήσει τη χρυσόσκονη τής ολονύχτιας λειτουργίας σου, που την έψαλλαν τα τριζόνια και τη φώτιζαν οι πυγολαμπίδες. Μες στο συνωστισμό της μυριανθισμένης άνοιξης, ω έρημο κελλί, με τις δυο παλιωμένες καλύβες σου, αγκαλιά με το παρεκκλήσι, στέκεσαι γαλήνιο και βουβό παράμερα στη χαράδρα, έρημο και μονάχο. Τα περασμένα χρόνια κάθονται λυπημένα μπρος στα πόδια σου και ψιθυρίζουν: έρημο κελλί, γιατί δε μιλάς με μας που σε νταντεύαμε; Το ξέρω, η μιλιά σου είναι φυλακισμένη στα μισοχαλασμένα ντουβάρια σου. . . ω ασάλευτη βουβή προσευχή! Μόνο κάπου – κάπου ακούω το πονεμένο τραγούδι σου, που υφαίνουν οι παλιωμένες πλάκες της σκεπής σου και οι ξεγουβιασμένες πέτρες σου στο πέρασμα του αέρα. Διαβαίνει, διαβαίνει κι αυτός ψάχνοντας να βρει τη ζωή του παρελθόντος σου κι εκείνους τους μοναχούς που πέρασαν σε μια πρωτύτερη ζωή. . . και αυτό γιατί; Αχ όνειρο εσύ του άγνωστου μοναχού, που μου θέριεψες την έγνοια του, κι εγώ τυφλωμένος από αδελφοσύνη έφτασα εδώ γα να του μαλακώσω τον πόνο του! Άραγε θα βρει παρηγοριά; Ω μοναδικέ μας φίλε προσκυνητή, σ’ ευχαριστούμε που άκουσες την απελπισμένη φωνή μας κι έκανες το ταξίδι της αγάπης . . . Αδελφέ μου! Η ανάμνησή μου ας μείνει σαν μια εικόνα της καρδιάς σου, την ώρα που θα προσεύχεσαι στο θεό. Και εσείς όλοι, την ώρα που θα προσεύχεσαι στο θεό. Και σεις όλοι, καλοί μου αναγνώστες, μην πονέσετε για μένα. . . αφού το ξέρετε πως σε τούτη τη γη όλοι είμαστε θνητοί.
(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
ΤΟ ΤΑΜΑ



