ΞΑΝΑΖΩΝΤΑΝΕΜΑ
Εκλεκτά διηγήματα
Ο ήλιος έγερνε πια να βασιλέψη, εκείνο το απόγευμα του Ιουνίου, όταν ο Μιχάλης, νέος εικοσιοκτώ-τριάντα χρονών, έφθανε στο αγρόκτημα του θείου του Σαράντη. Ήταν καθηγητής φιλόλογος και διηύθηνε το ημιγυμνάσιο σε μια κωμόπολι δυο-τρεις ώρες μακρυά από κει. Το σπίτι του θείου του, μοναχικό εκεί στην εξοχή, μεγάλο, παληό εξοχικό σπίτι, ήταν χτισμένο πάνω σ’ ένα λοφίσκο κατάφυτο από εληές, αμυγδαλιές και κήπους. Ίσα προς τα πάνω υψωνόταν μια βουνοπλαγιά που τα εργατικά χέρια των χωρικών την ξεχέρσωσαν και την μετέβαλαν σε χωράφια, που αυτή την εποχή εχρύσιζαν κατάξανθα απ’ τα σπαρτά. Εδώ κι εκεί, σκόρπια στη βουνοπλαγιά και κάτω προς τη λαγκαδιά ήταν τα σπίτια των χωριανών, λιγοστά κι’ αραιά. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς ζούσαν με την καλλιέργεια πότε των δικών τους χωραφιών, πότε των κτημάτων του κυρ Σαράντη που ήταν μεγάλα και πολλά και τους έπαιρνε συχνά για εργάτες.
Εκείνο το απόγευμα που έφτανε ο Μιχάλης στο σπίτι, ο κυρ Σαράντης ήταν εκεί και τον υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά. Ήταν ένας καλός άνθρωπος ο κυρ Σαράντης, οικογενειάρχης τίμιος, πατέρας στοργικός, νοικοκύρης απ’ τους πρώτου. Και πονόψυχος Άνθρωπος φτωχός δεν έφυγε ποτέ μ’ αδειανά τα χέρια απ’ το σπίτι. Στο χωριό , απάνω στην πλαγιά, δεν ανέβαινε συχνά. Μα κάθε Κυριακή πρωί έπρεπε ν’ ανεβή, κι’ όχι μόνο αυτός, μα κι’ η γυναίκα του κι’ οι τρεις γυιοί του, για να λειτουργηθούν στη μικρή εκκλησία του χωριού. […]
(Απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημα της συλλογής)
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΞΑΝΑΖΩΝΤΑΝΕΜΑ
Εκλεκτά διηγήματα
Ξαναζωντάνεμα
Αληθινοί φίλοι
«Σκουριασμένες ιδέες»
Παρά λίγο φονηάς
Στο Σανατόριο
Απ’ αγκάθι βγαίνει ρόδο
Τα κεφάλαια
Ο Μιχάλαρος
Η μορφίνη ως εφόδιον
Να ήσαν όλοι έτσι!
Τα δυο μηδενικά
ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Στο Χαϊδάρι
«Λάκκον ώρυξε…»
Τα ψεύτικα και τα’ αληθινά
Η ελπίδα του Φώτου
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ
Η προσφορά της Νικομάχης
Η εκδίκησις
Όταν εμπνέη η αγάπη



