ΚΥΠΡΟΣ 1974 – ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Στις πολλές δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις για τα 50 χρόνια από τις οδυνηρές εκείνες μέρες του 1974, έρχεται και το βιβλίο αυτό να αποκαλύψει μια άλλη πτυχή, ουσιαστική, αφανή και ελπιδοφόρα.
Μέσα από επώνυμες μαρτυρίες φαίνεται πως οι μέρες της εισβολής, που οι σκοτεινές δυνάμεις οργάνωσαν και πραγματοποίησαν, ήταν συγχρόνως και μέρες της ζωντανής παρουσίας του ζώντος Θεού. Αποδεικνύεται πως ο «Θεός των Ελλήνων», ο «Θεός της Ορθοδοξίας», συν-επορεύετο, συν-αγωνίζετο, συν-έπασχε.
Το έργο των πατέρων της Μονής Μαχαιρά και των συνεργατών τους, για συλλογή και καταγραφή των πολλών μαρτυριών, ασφαλώς ούτε εύκολο ήταν ούτε σύντομο. Έμεινε, όμως, ως ιστορική μαρτυρία και ως παρακαταθήκη, για να βεβαιώνει πως εάν οι άνθρωποι μάς εγκαταλείπουν, ο «Θεός των Πατέρων ημών» ποτέ δεν μας εγκαταλείπει. Γι’ αυτό μπορούμε, ακόμα, να ελπίζουμε, να προσδοκούμε, να στηριζόμαστε σ’ Αυτόν ως τον έχοντα τον τελευταίο λόγο στην ιστορία του καθενός μας, της πατρίδας μας, του κόσμου μας.
(Από την παρουσίαση του εκδότη)
ΚΥΠΡΟΣ 1974 – ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Το βιβλίο αυτό, ενώ καταθέτει το στίγμα της φρίκης του πολέμου και της αγωνίας των ανθρώπων, εν τούτοις δεν μένει ως εκεί, ως το αρνητικό αποτύπωμα, αλλά ωσάν αυτό το αρνητικό αποτύπωμα να είναι ένα ακανθώδες φυτό, μέσα από τις καρδιακές αναμνήσεις των επιβιωσάντων εξανθίζει ως ρόδο εαρινό και ευώδες, φρέσκο και ολοζώντανο την Ελπίδα. Όχι οποιανδήποτε Ελπίδα, ούτε φαντασία ούτε ιδέα, αλλά την Ελπίδα του Θεού. […]
(Απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου)
Ο δόκιμος έφεδρος αξιωματικός Σέρβος (Γεώργιος, της 195 Μοίρα Ελαφρού Αντιαεροπικού Πυροβολικού(ΜΕΑ/ΑΠ), από τις 12 Αυγούστου βρισκόταν με δύο πολυβόλα στην Νέα Σπάρτη (Γαϊδουράς) προς υποστήριξη της 199 Πεδινό Πυροβολικό 3,7. Κάθ’ οδόν προς την Νέα Σπάρτη έζησε μία συνταρακτική στιγμή που παραμένει ανεξίτηλη στο μυαλό του:
«Πηγαίνοντας με δύο τετράδυμα αντιαεροπορικά στην Νέα Σπάρτη για ενίσχυση της 199 Πυροβολαρχίας, περνούσαμε από διάφορα χωριά. Η εικόνα που θα πάρω μαζί μου μέχρι τέλους είναι οι υπερήλικοι βρακάδες, γονατιστοί εκατέρωθεν του δρόμου με τις άγιες εικόνες της εκκλησίας, να μας δίνουν την ευχή τους. Τα δάκρυά μου κυλούσαν ασταμάτητα μέχρι τον προορισμό μου. Ακόμα κυλούν και θα κυλούν πάντα, σκεπτόμενος τους σεβάσμιους γέροντες με την χιλιόχρονη παράδοση ριζωμένη στο DNA τους. Τούτη η γη δεν άξιζε τέτοια τύχη». [..]
(Απόσπασμα από το περιεχόμενο του βιβλίου)



