Ο ΤΟΣΟΔΟΥΛΗΣ
Παραμύθι βασισμένο σε σέρβικο μύθο
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια καλόκαρδη γυναίκα σ’ ένα πρασινοντυμένο κι ολόχαρο σπιτάκι στην άκρη του χωριού. Όμως, η καημένη είχε ένα σαράκι που κρυφοδάγκωνε την καρδιά της, γιατί δεν απόχτησε παιδιά. Μέρα και νύχτα παρακαλούσε το Θεό να της χαρίσει ένα παιδάκι, ας ήτανε μικρό όσο κι ένα κουκί από μαυροπίπερο.
Ένα βράδυ, καθώς είχε τελειώσει τις δουλειές της, μπήκε στο φτωχικό της και κάθησε πλάι στην λάμπα να πλέκει. Ξαφνικά, άκουσε να της χτυπούν την πόρτα. Άνοιξε κι είδε μπροστά της να στέκεται μια γριούλα που της ζητούσε να την φιλοξενήσει για κείνο το βράδυ, γιατί είχε νυχτωθεί στο δρόμο.
Η νοικοκυρά την καλοδέχτηκε και την έβαλε να καθήσει δίπλα της να ξαποστάσει. Αργότερα δείπνησαν παρέα. Από κουβέντα σε κουβέντα, η γυναίκα εκμυστηρεύτηκε στη γιαγιά τον καημό της: «Άχ! Πόσο θα ήθελα να είχα κι εγώ ένα παιδάκι, αποκούμπι και παρηγοριά στη μοναξιά μου. Ας το είχα, κι ας ήτανε τόσο μικρούλι όσο ένα σπειρί από μαυροπίπερο».
«Α, αυτό δεν είναι και τόσο δύσκολο, χρυσή μου,» της είπε η γριούλα και βάλθηκε να ψαχουλεύει τις μεγάλες σκοτεινές τσέπες, που ήταν κρυμμένες στις δίπλες της μαύρης φούστας της. Στο τέλος έβγαλε από κει μέσα έναν κόκκο πιπεριού.» Να, πάρε αυτό το σπυρί από πιπέρι, αλλά να ξέρεις, πως δεν είναι απ’ τα συνηθισμένα. Φύλαξε το και θα δεις τι θα γίνει μετά από τρεις μέρες.»
«Σ’ ευχαριστώ» είπε η γυναίκα. Πήρε ένα μικρό ξύλινο κουτάκι κι εκεί ακούμπησε προσεχτικά το μαυροπίπερο. Τα’ άλλο πρωί, η γριούλα ευχαρίστησε κι αποχαιρέτησε την καλόκαρδη γυναίκα. Μόλις ξημέρωσε η τρίτη μέρα, η νοικοκυρά έτρεξε προς το τραπέζι μ’ αγωνία, όπου είχε ακουμπισμένο το μαυροπίπερο, σκύβει και τι να δει! Μέσα στο κουτάκι κοιμόταν το πιο γλυκό, το πιο μικρούλι και χαριτωμένο αγοράκι του κόσμου. Η γυναίκα κόντεψε να τρελαθεί από τη χαρά της, κι επειδή το παιδάκι ήτανε τόσο δα μικρό, το είπε Τοσοδούλη. […]
(Απόσπασμα από το περιεχόμενο του βιβλίου Ο ΤΟΣΟΔΟΥΛΗΣ)





